Με το μισό πρόσωπο

Το γέλοιο του, μόνον αυτό δεν ήταν τόσο απλό. Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή μάλλον χαμογελούσε συχνά· μα, παράξενο πράγμα! Ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία! Χαμογελούσε, μπορεί να πει κανείς, μόνο με το μισό πρόσωπο. Τ’ άλλο μισό έμενε όπως και πριν. Κι έτσι, η φυσιογνωμία του γινόταν, θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζεν αμέσως τα μάτια κάτω, σα να’ κανε αμαρτία.

απόσπασμα από το δοκίμιο του Τέλλου Άγρα

Ανδρείκελα

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτή τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα δυο τυφλά χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα…

Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο

Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα ‘ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ’ ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Όνειρο ανάγλυφο, θα ‘ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ’ έχουν πνίξει.
Σ’ όλα τα κλίματα, σ’ όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ’ ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
Έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ’ αρέσω.

Πρέβεζα (Επαρχία)

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Σύμφωνα με τον Γ. Π. Σαββίδη, το ποίημα γράφτηκε μεταξύ 22 Ιουνίου και 1 Ιουλίου του 1928, λίγες μέρες πριν από την αυτοκτονία του ποιητή (21 Ιουλίου) και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1930 στην «Νέα Εστία». Τελικός τίτλος του ποιήματος φαίνεται πως ήταν «Επαρχία», όμως, η πρώτη δημοσίευσή του καθώς και όσες ακολούθησαν έχουν τίτλο «Πρέβεζα» κι έτσι παρέμεινε σε όλες τις εκδόσεις με τα άπαντα του ποιητή.

Για την πιο σωστή κατανόηση του ποιήματος, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα απόσπασμα από την επιστολή που έστειλε ο Κώστας Καρυωτάκης στον ξάδερφό του Θ. Δ. Καρυωτάκη, με ημερομηνία 22 Ιουνίου 1928:
«Απόψε το βαπόρι ήρθε σημαιοστολισμένο. Μέγας θόρυβος μέσα στη Νομαρχία, όταν το είδαμε. Ο κ. Α’ Γραμματεύς επήγαινε δώθε — κείθε ανήσυχος. Ποιος είναι μέσα; Ο Νομάρχης; Ο Γεν. Διοικητής ή καμιά άλλη προσωπικότης; Επιτέλους τώρα εξηκριβώθη ότι του πλοίου επέβαινε ο Σεβασμιότατος Ιωαννίνων (την ευχήν του να ‘χεις). Και τότε επέσαμε πάλι στη νάρκη μας.
(…) Αυτά είναι τα νεώτερα της Πρεβέζης. Άλλη είδηση, η οποία ελπίζω να σ’ ενδιαφέρει εξ ίσου, είναι ότι προχθές ο κ. Ειρηνοδίκης απήγαγε την μερίδα που του έφεραν στο ξενοδοχείο (=εστιατόριο), επειδή την ήβρε ελλιπή, αφού την ετύλιξε πρώτα σ’ ένα καθαρό χαρτί. Την εζύγισε στην Αστυνομία, την έφερε πάλι, την εξεδίπλωσε, την έβαλε στο πιάτο του και την έφαγε».

Αναμφισβήτητα, η πιο δημοφιλής μελοποίηση της «Πρέβεζας» είναι αυτή του Γιάννη Γλέζου, που έγινε ιδιαίτερα γνωστή το 1982 όταν ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ερμήνευσε το τραγούδι στον δίσκο «Φοβάμαι». Όμως, η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού με την μουσική του Γλέζου, ανήκει στον Θανάση Γκαϊφύλλια και την συναντάμε ήδη από το 1975 στον “κλασικό” πλέον δίσκο «Ατέλειωτη εκδρομή». Την ίδια χρονιά, ένας ακόμα συνθέτης, ο Δήμος Μούτσης, μελοποιεί την «Πρέβεζα» και την εντάσσει στον δίσκο «Τετραλογία». Ο Μούτσης εμπιστεύτηκε την ερμηνεία του τραγουδιού σε έναν από τους πιο ιδιαίτερους ερμηνευτές της εποχής εκείνης, τον Χρήστο Λεττονό.Με την «Πρέβεζα» του Κώστα Καρυωτάκη, είναι ίσως η μοναδική φορά που δύο συνθέτες παρουσίασαν την δικιά τους εκδοχή την ίδια χρονική στιγμή!

πηγή: Το Άρωμα του Τραγουδιού

  • Απαντα : έμμετρα και πεζά / Κ.Γ. Καρυωτάκη, για κατέβασμα σε pdf από τις εκδόσεις Πανεπιστημίου Κρήτης

6 Responses to Με το μισό πρόσωπο

  1. Κι επειδή έχω δει τη θέση σου για τον σχολιασμό, όπως την ανέπτυξες στους Σχολιαστές, κι επειδή μεταφέροντας τα κείμενά μου στο προσωπικό μου μπλογκ μεταφέρθηκαν και τα σχόλια και κάπου θα υπάρχουν και σχολιά σου εκεί, κι επειδή ειλικρινά δεν έχω ακόμα ξεκαθαρίσει πως θα το χειριστώ, αν θέλεις μπορώ να τα σβήσω ή και να τα βρω και να στα στείλω μέσω μέιλ…
    Και γενικά αν θέλεις κάτι σε σχέση με αυτό δεν έχω καμία αντίρρηση να κάνω ότι περνάει απο το χέρι μου.
    Φιλικά
    J.
    υ.γ.
    αυτό το σχόλιο είναι στην διακριτική σου ευχέρια να το διατηρήσεις ή όχι εδώ , εγώ απλά ήθελα να το πω , η τύχη του δεν με απασχολεί . Κράτα όμως το τραγούδι :)

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s